
Home » Παθήσεις Δέρματος » Βαλανοποσθίτιδα & Βαλανίτιδα
Ως βαλανοποσθίτιδα ορίζεται ως η φλεγμονή που περιλαμβάνει την βάλανο και την ακροποσθία του πέους. Η βαλανίτιδα είναι η φλεγμονή που αφορά αποκλειστικά μόνο τη βάλανο του πέους αν και πολύ συχνά αυτοί οι δύο όροι συγχέονται.
Η βασική διαφορά των δύο αυτών ιατρικών όρων είναι καθαρά ανατομική αφού σχετίζεται μόνο με την περιοχή προσβολής. Ως εκ τούτου, η βαλανοποσθίτιδα εμφανίζεται μόνο σε άνδρες που δεν έχουν κάνει περιτομή, δηλαδή δεν έχουν αφαιρέσει το δέρμα που καλύπτει τη βάλανο, ενώ η βαλανίτιδα μπορεί να προσβάλει όλους τους άνδρες ανεξαρτήτου περιτομής.
Πρόκειται για μια κλινική εικόνα που εμφανίζεται αρκετά συχνά σε παιδιά κάτω των 4 ετών λόγω μη σωστού καθαρισμού της περιοχής. Η συγκεκριμένη πάθηση αποτελεί σύνηθες εύρημα και σε άνδρες ενήλικης ηλικίας, λόγω διαφόρων επιβαρυντικών παραγόντων που θα αναλυθούν λεπτομερέστερα στη συνέχεια.
Η βαλανοποσθίτιδα ή η βαλανίτιδα δεν είναι μια συγκεκριμένη πάθηση αλλά μια κλινική εικόνα που μπορεί να προκύπτει από διαφορετικούς αιτιολογικούς παράγοντες, μεταδοτικούς ή μη. Στους μη μεταδοτικούς παράγοντες εμφάνισης ανήκουν η κακή υγιεινή της περιοχής, η ερεθιστική δερματίτιδα, η αλλεργική δερματίτιδα ή ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα όπως η ψωρίαση.
Επειδή όμως η φλεγμονή αυτή μπορεί να προέρχεται και από μεταδοτικά νοσήματα όπως μυκητίαση και Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα (π.χ. σύφιλη, έρπης, χλαμύδια), συστήνεται πάντα η αποφυγή σεξουαλικής επαφής μέχρι την πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων ή του αποκλεισμού των παραπάνω μεταδοτικών παθήσεων.
Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τους παράγοντες που μπορεί να ευθύνονται ή να προδιαθέτουν σε βαλανίτιδα ή βαλανοποσθίτιδα. Μερικοί από τους σημαντικότερους είναι:
Επειδή τα αίτια παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία, η κλινική εικόνα της βαλανίτιδας και της βαλανοποσθίτιδας μπορεί να διαφέρει μερικώς αναλόγως του υποκείμενου νοσήματος. Τα πιο χαρακτηριστικά όμως συμπτώματα είναι τα εξής:
Ένα πλήρες ιστορικό είναι πάντα πολύ σημαντικό τόσο για την διάγνωση όσο και για την εύρεση της αιτίας που προκάλεσε την βαλανίτιδα ή τη βαλανοποσθίτιδα. Η κλινική εικόνα και η συμπτωματολογία του ασθενούς είναι αρκετά χαρακτηριστική για να θέσει τη διάγνωση ώστε να μπορεί να ξεκινήσει η θεραπευτική αγωγή.
Σε περίπτωση που κρίνεται απαραίτητο, μπορούν να γίνουν επιπλέον εξετάσεις για την εντόπιση της ακριβούς αιτιολογίας της φλεγμονής, όπως για παράδειγμα καλλιέργεια για ανάπτυξη μυκήτων ή ορολογικές εξετάσεις για αποκλεισμό σεξουαλικώς μεταδιδόμενου νοσήματος σε περίπτωση ύποπτης επαφής.
Η διενέργεια της βιοψίας δέρματος υπάρχει σαν επιλογή σε ασθενείς με άτυπη κλινική εικόνα ή αυξημένη υποψία κακοήθειας, όπως για παράδειγμα στην παρουσία ερυθηματώδους επίπεδης πλάκας με σαφή και ανώμαλα όρια.
Πέραν της φαρμακευτικής αγωγής, υπάρχουν κάποια γενικά μέτρα που πρέπει ο ασθενής να ακολουθήσει τόσο για την γρηγορότερη επίτευξη της θεραπείας όσο και για την αποφυγή εμφάνισης μελλοντικών επεισοδίων.
Πολύ σημαντικό ο καθαρισμός της περιοχής να γίνεται με χλιαρό νερό και ειδικά καθαριστικά, αποφεύγοντας τοπικά αντισηπτικά και αρώματα, που διαταράσσουν τον επιδερμικό φραγμό περιέχοντας ερεθιστικούς παράγοντες. Η περιοχή πρέπει να στεγνώνεται καλά και να μην παραμένει υγρασία μετά την ούρηση ή το πλύσιμο.
Η τοπική αγωγή αποτελεί συνήθως την πρώτη επιλογή θεραπείας για τις περισσότερες περιπτώσεις, είτε ως μονοθεραπεία σε πιο ήπιες καταστάσεις είτε συνδυαστικά με την από του στόματος φαρμακευτική αγωγή. Σε μορφή κρέμας ή αλοιφής, εφαρμόζοντας λίγη ποσότητα τοπικά, συνήθως 2 φορές την ημέρα, για διάστημα που ορίζεται από το αίτιο και τη σοβαρότητα της βαλανίτιδας ή της βαλανοποσθίτιδας.
Η συστηματική φαρμακευτική αγωγή ενδείκνυται όταν η τοπική θεραπεία δεν επαρκεί, σε ασθενείς με συννοσηρότητες όπως σακχαρώδης διαβήτης και ανοσοκαταστολή, ή σε σοβαρότερες περιπτώσεις λοίμωξης, π.χ. με έντονο οίδημα ή συστηματικά συμπτώματα όπως πυρετός και λεμφαδενοπάθεια.
Αναλόγως του αιτίου, επιλέγεται και η αντίστοιχη φαρμακευτική αγωγή. Τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα τοπικά σκευάσματα σε περίπτωση μυκητίασης είναι με αζόλες, π.χ. ισοκοναζόλη, ενώ σε σοβαρότερες μορφές μυκητίασης ή βακτηριακής αιτιολογίας δίνεται από του στόματος αντιμυκητιασική ή αντιβιοτική αγωγή. Η τοπική αγωγή κορτιζονούχων σκευασμάτων χρησιμοποιείται περισσότερο για μη λοιμώδη αίτια ή σε ασθενείς που η βαλανίτιδα ή η βαλανοποσθίτιδα εμπλέκεται με δερματίτιδα λόγω ερεθιστικών παραγόντων.
Ορισμένες φορές, η λήψη θεραπευτικής αγωγής δεν αρκεί για την υποχώρηση της φλεγμονής. Τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια ή οι επίμονες περιπτώσεις βαλανίτιδας και βαλανοποσθίτιδας μπορεί να υποκρύπτουν αρρύθμιστο σάκχαρο αίματος και κατ’ επέκταση αδιάγνωστο σακχαρώδη διαβήτη που χρήζει ρύθμισης.
Επίσης, εάν το αίτιο είναι σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, πρέπει να γίνει άμεσα η διάγνωσή του μέσω ορολογικού ελέγχου χορηγώντας την κατάλληλη αγωγή τόσο στον ασθενή όσο και στον/στην σύντροφό του, ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχει εμφανίσει συμπτωματολογία.
Σε μεγάλο βαθμό, η πρόληψη της βαλανοποσθίτιδας και της βαλανίτιδας βασίζεται και στην σωστή διαχείριση καθημερινών συνηθειών που σχετίζονται με την υγιεινή της περιοχής.
Η βαλανίτιδα ή η βαλανοποσθίτιδα, δεν σχετίζονται άμεσα μόνο με την έλλειψη καθαριότητας της περιοχής. Το υπερβολικά συχνό πλύσιμο με αφρόλουτρα ή αλκαλικά σαπούνια μπορεί να διαταράξουν το pH της περιοχής, με συνέπεια την μειωμένη προστασία και κατ’ επέκταση τις συχνότερη εμφάνιση λοιμώξεων.
Ο σωστός καθαρισμός της ευαίσθητης περιοχής είναι καλό να γίνεται σε καθημερινή βάση, με την πλήρη αποκάλυψη της βαλάνου και τη χρήση εξειδικευμένων καθαριστικών για την περιοχή, με ουδέτερο ή ελαφρώς όξινο pH. Εξίσου σημαντικό και το στέγνωμα της περιοχής αφού πρέπει να διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχει υγρασία η οποία ευνοεί την ανάπτυξη μυκήτων.
Η σημασία του προφυλακτικού κατά την σεξουαλική επαφή είναι από μόνη της ιδιαίτερα σημαντικό θέμα, πόσο μάλλον στην περίπτωση βαλανίτιδας ή βαλανοποσθίτιδας. Αφενός, συμβάλλει στην πρόληψη σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων και μυκητιάσεων, που αποτελούν συχνά αίτια της νόσου. Αφετέρου, προστατεύει τους ερωτικούς συντρόφους, αποτρέποντας τη δημιουργία ενός “φαύλου κύκλου” επαναλοιμώξεων. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να αποκλειστεί η πιθανότητα αλλεργικής δερματίτιδας εξ’ επαφής στο latex. Σε ασθενείς που εμφανίζουν ερεθισμό μετά τη χρήση, συνιστάται η επιλογή εναλλακτικών υλικών, που είναι πιο φιλικά προς το ευαίσθητο δέρμα.
Εξίσου σημαντικό με την καθαριότητα, είναι και η επιλογή του κατάλληλου εσωρούχου. Πρέπει να αποφεύγονται τα συνθετικά υφάσματα γιατί παγιδεύουν υγρασία μην επιτρέποντας στο δέρμα να “αναπνέει” ενώ ταυτόχρονα αποτελούν συχνό αίτιο δερματίτιδας εξ’ επαφής. Επίσης, τα στενά εσώρουχα ασκούν συνεχή τριβή στο δέρμα κάνοντάς το πιο επιρρεπές σε μικροτραυματισμούς του δέρματος της ευαίσθητης περιοχής.
Σε περιπτώσεις ασθενών με αδιάγνωστο ή αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη, έχει μεγάλη σημασία ο αυστηρός γλυκαιμικός έλεγχος και η παρακολούθηση από Διαβητολόγο για την σταθεροποίηση του σακχάρου σε φυσιολογικές τιμές και την αποφυγή γλυκοζουρίας.
Τέλος, για ασθενείς με παθολογική φίμωση ή σε επαναλαμβανόμενες βαλανίτιδες που δεν ανταποκρίνονται στην θεραπευτική αγωγή, είναι καλό να γίνεται εκτίμηση από Ουρολόγο ή Παιδοχειρουργό για το ενδεχόμενο χειρουργικής αποκατάστασης μέσω περιτομής.
Τα βρέφη και τα παιδιά 4-6 ετών προσβάλλονται συχνότερα από βαλανοποσθίτιδα ή βαλανίτιδα με τους προδιαθεσικούς παράγοντες να διαφέρουν από αυτούς των ενηλίκων. Στις ηλικίες αυτές, η ακροποσθία είναι προσκολλημένη στη βάλανο και η βίαιη διαχείρισή της, π.χ. κατά το πλύσιμο της περιοχής, μπορεί να δημιουργήσει φλεγμονή και τραυματισμό της. Επιπλέον, η χρήση πάνας δημιουργεί συνθήκες υγρασίας προκαλώντας επιπρόσθετους ερεθισμούς.
Η θεραπεία στα παιδιά βασίζεται συνήθως στην ανακούφιση των συμπτωμάτων, εκτός αν πρόκειται για σοβαρότερες περιπτώσεις που μπορεί να κριθεί απαραίτητη η συστηματική αγωγή. Η καλή υγιεινή της περιοχής καθημερινά είναι η βάση της θεραπείας. Ως τοπική αγωγή μπορεί να δοθούν αντιμυκητιασικές, αντιβιοτικές ή ήπιες κορτιζονούχες κρέμες αναλόγως του αιτιολογικού παράγοντα.
Σε περίπτωση αυξημένης συχνότητας επεισοδίων (2-3 ανά έτος), αποτυχίας της θεραπείας ή δυσκολίας στην ούρηση πρέπει να γίνεται άμεσα εκτίμηση από Παιδοουρολόγο ή Παιδοδερματολόγο για επιπλέον διερεύνηση ή αλλαγή του θεραπευτικού σχήματος.
Σε κάποιες καταστάσεις είναι σημαντικό να μην καθυστερεί η ιατρική εκτίμηση ώστε να μην υπάρξουν περαιτέρω επιπλοκές.
Από τα πιο επείγοντα συμπτώματα που χρειάζονται άμεση ιατρική παρέμβαση είναι η αδυναμία ούρησης λόγω προχωρημένου οιδήματος της περιοχής, η αδυναμία αποκάλυψης της βαλάνου ή αδυναμία επαναφοράς της ακροποσθίας στην ανατομική της θέση.
Σε εμφάνιση έντονης και επίμονης συμπτωματολογίας παρά τη θεραπευτική αγωγή, ενδεχομένως να χρειάζεται επιπλέον εξετάσεις ή προσαρμογή του θεραπευτικού σχήματος. Πολύ προσοχή σε συνοδά συστηματικά συμπτώματα όπως πυρετό, ρίγος, καταβολή ή λεμφαδενοπάθεια.
Τέλος, σε περίπτωση ΣΜΝ, βακτηριακής ή μυκητιασική λοίμωξης, είναι σημαντικό ο/η ερωτικός σύντροφος να είναι σε επαγρύπνηση για τυχόν εμφάνιση παρόμοιας συμπτωματολογίας. Συστήνεται η αποφυγή σεξουαλικής επαφής έως την ολοκλήρωση της θεραπείας του ενός ή και των δύο συντρόφων, με στόχο την αποφυγή συνεχούς επαναλοίμωξης ή μετάδοσης σε άλλα υγιή άτομα.
Η έγκαιρη και σωστή διάγνωση αποτελεί το κλειδί για την αποτελεσματική αντιμετώπιση κάθε μορφής φλεγμονής στην περιοχή της βαλάνου. Εάν παρατηρήσετε συμπτώματα όπως ερυθρότητα, κνησμό ή πόνο, επικοινωνήσετε μαζί μας για να κλείσετε άμεσα το ραντεβού σας. Στόχος μας είναι η παροχή στοχευμένης θεραπείας, με έμφαση στην άμεση ανακούφιση των συμπτωμάτων και στη μακροπρόθεσμη πρόληψη των φλεγμονών.