
Home » Παθήσεις Δέρματος » Κνίδωση
Ως κνίδωση ορίζουμε την δερματική εκδήλωση υπερευαισθησίας σε κάποιο ερέθισμα. Είναι μια από τις συχνότερες δερματοπάθειες και είναι αυτοπεριοριζόμενη.
Χαρακτηρίζεται από την ταχεία εμφάνιση πομφών (εξανθήματα που μοιάζουν με τσίμπημα κουνουπιού ή τσουκνίδας) σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος και εξαφανίζονται εντός 24 ωρών. Συνήθως συνοδεύονταιι από έντονο αίσθημα κνησμού.
Η κνίδωση μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για δύο ακόμη κλινικές εκδηλώσεις. Το αγγειοοίδημα και την αναφυλαξία.
Σε περιπτώσεις που η φλεγμονώδης αντίδραση στον οργανισμό περιλαμβάνει τις κατώτερες στιβάδες της επιδερμίδας και τους βλεννογόνους (π.χ. βλέφαρα, χείλη, γλώσσα, λάρυγγα, γεννητικά όργανα) έχουμε την συνύπαρξη μιας κατάστασης που ονομάζεται αγγειοοίδημα. Είναι αφνίδια κατάσταση στην οποία υπερτερεί το αίσθημα τάσης και όχι ο κνησμός.
Μια ακόμη οντότητα που σχετίζεται κλινικά με την κνίδωση και το αγγειοοίδημα είναι η αναφυλαξία. Πρόκειται για μια σοβαρή, ταχέως εξελισσόμενη αλλεργική αντίδραση στην οποία συμμετέχουν πολλά συστήματα του οργανισμού και είναι δυνητικά θανατηφόρα.
Η κνίδωση και το αγγειοοίδημα είναι τα πιο συχνά δερματικά συμπτώματα της αναφυλαξίας. Αποτελούν το πρώτο σημείο μιας κατάστασης που μπορεί να κλιμακωθεί γρήγορα. Η κρίσιμη διάκριση σχετίζεται με την έναρξη συμπτωμάτων από αναπνευστικό, καρδιαγγειακό και γαστρεντερικό σύστημα (όπως δύσπνοια, υπόταση, ταχυκαρδία, εμετός, κοιλιακός πόνος κ.α.) που θα πρέπει να οδηγήσουν σε άμεση φαρμακευτική αντιμετώπιση και ενδεχομένως νοσηλεία.
Η αναζήτηση της αιτίας για την εμφάνιση της κνίδωσης ξεκινά συνήθως από έναν βασικό παράγοντα: τη διάρκειά της. Κάθε μορφή κνίδωσης χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένους εκλυτικούς παράγοντες. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια αντίδραση υπερευαισθησίας του οργανισμού και χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Την οξεία και την χρόνια κνίδωση.
Η οξεία είναι η συχνότερη μορφή κνίδωσης με διάρκεια λιγότερο από 6 εβδομάδες. Χαρακτηρίζεται από μεμονωμένα επεισόδια που διαρκούν λίγες ώρες ή μερικές ημέρες.
Σε αυτή τη κατηγορία ανήκουν οι αλλεργικές αντιδράσεις που συναντάμε συχνότερα στην καθημερινότητά μας. Τα πιο συνήθη αίτια οξείας κνίδωσης είναι:
Χρόνια ονομάζεται η κνίδωση που διαρκεί περισσότερο από 6 εβδομάδες και μπορεί να είναι συνεχόμενη ή διαλείπουσα. Δύο βασικές υποκατηγορίες της είναι η Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση και η Χρόνια Επαγόμενη Κνίδωση.
Η Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι αυτοάνοσης αιτιολογίας. Αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος ο οργανισμός παράγει αντισώματα που στρέφονται εναντίον των κυττάρων προκαλώντας την απελευθέρωση ουσιών όπως η ισταμίνη. Με αυτόν τον τύπο κνίδωσης συσχετίζονται συχνά άλλες αυτοάνοσες παθήσεις όπως η θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Αρκετά συχνά, το αίτιο της κνίδωσης δεν ανευρίσκεται και σε αυτήν την περίπτωση η κνίδωση χαρακτηρίζεται ως ιδιοπαθής, δηλαδή με άγνωστο υποκείμενο μηχανισμό.
Η Χρόνια Επαγόμενη Κνίδωση έχει πιο ξεκάθαρους εκλυτικούς παράγοντες καθώς πρόκειται για συγκεκριμένα εξωτερικά ερεθίσματα που αναλόγως της αιτίας τη διακρίνουν στις παρακάτω υποκατηγορίες:
Τα συμπτώματα της κνίδωσης χωρίζονται σε δύο κατηγορίες αναλόγως της δερματικής βλάβης που προκαλούν. Τους πομφούς και το αγγειοοίδημα.
Οι πομφοί είναι η χαρακτηριστικότερη εκδήλωση της κνίδωσης. Πρόκειται για ένα εξάνθημα σαν τσίμπημα κουνουπιού ή τσουκνίδας που είναι ερυθρό και οιδηματώδες. Συνήθως συνοδεύεται από κνησμό. Αν υπάρχουν πολλοί πομφοί στο ίδιο σημείο σχηματίζονται οι κνιδωτικές πλάκες. Οι πομφοί αυτοί μπορεί να εμφανιστούν σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος και όταν εξαφανίζονται αφήνουν την εικόνα υγιούς δέρματος.
Μια παραλλαγή της παράνω κλινικής εκδήλωσης αφορά την χολινεργική κνίδωση. Σε αυτή την περίπτωση οι πομφοί είναι αρκετά μικρότεροι (1-4 mm, σαν “κεφαλάκι καρφίτσας”), είναι διάσπαρτοι και περιβάλλονται από μια διευρυμένη ερυθρή άλω. Πέραν του κνησμού μπορεί να συνοδεύονται από αίσθημα καύσου ή νυγμών. Συνήθη σημεία εντόπισης είναι ο λαιμός, ο κορμός και τα άνω άκρα.
Στην περίπτωση του αγγειοοιδήματος εμφανίζεται ένα διάχυτο οίδημα χωρίς σαφή όρια. Οι ασθενείς περιγράφουν συχνότερα αίσθμα πόνου ή τάσης και όχι κνησμό. Το δέρμα στις περιοχές του οιδήματος μπορεί να έχει φυσιολογικό ή ωχρό χρώμα. Επεκτείνεται σε χόριο και υποδόριο ιστό, με συνήθη τη συμμετοχή των βλεννογόνων (π.χ. βλέφαρα, χείλη, γεννητικά όργανα, γλώσσα). Όταν το αγγειοοίδημα προσβάλλει τη γλώσσα, τον λάρυγγα ή τον φάρυγγα μπορεί να προκαλέσει δυσχέρεια στην αναπνοή και αποτελεί επείγουσα ιατρική κατάσταση.
Τα συμπτώματα της κνίδωσης διαρκούν συνήθως 2 έως 24 ώρες. Στην περίπτωση της χολινεργικής κνίδωσης η αποδρομή είναι ταχεία αφού οι βλάβες παραμένουν περίπου για 15-90 λεπτά. Στο αγγειοοίδημα η υποχώρηση είναι βραδύτερη, έως και 72 ώρες, λόγω της εκτεταμένης αντίδρασης υπερευαισθησίας πέραν της επιφανειακής στιβάδας του δέρματος.
Η διάγνωση της κνίδωσης βασίζεται στο λεπτομερές ιστορικό και στην κλινική εικόνα. Αναλόγως του τύπου της κνίδωσης μπορούν να γίνουν επιπλέον εργαστηριακές εξετάσεις. Ο πρώτος βασικός διαχωρισμός που θα βοηθήσει στην περαιτέρω διερεύνηση είναι αν η κνίδωση είναι οξεία ή χρόνια.
Το ιατρικό ιστορικό περιλαμβάνει πληροφορίες για τη συχνότητα εμφάνισης των συμπτωμάτων, τη διάρκειά τους, πιθανό εκλυτικό παράγοντα και τυχόν άλλα συνοδά συμπτώματα. Γίνεται διερεύνηση του ατομικού ιστορικού για πληροφορίες όπως η ύπαρξη αυτοάνοσου νοσήματος, λήψη φαρμακευτικής αγωγής, ιστορικό αλλεργιών και οικογενειακό ιστορικό.
Στην οξεία κνίδωση συνήθως δεν απαιτείται εργαστηριακός έλεγχος τουλάχιστον αρχικά. Αρκεί η λεπτομερής λήψη ιστορικού και η κλινική εξέταση για να τεθεί η διάγνωση.
Στην χρόνια κνίδωση γίνεται ένας βασικός εργαστηριακός έλεγχος (γενική αίματος, ΤΚΕ, CRP) και αναλόγως της πιθανής αιτίας που ευθύνεται για την κνίδωση προχωράμε σε επιπλέον εξετάσεις – όπως για παράδειγμα έλεγχο θυρεοειδούς, αντιπυρηνικά αντισώματα, δερματικές δοκιμασίες νυγμού κ.α.
Η διατροφή μετά από επεισόδιο κνίδωσης στηρίζεται στην διατήρηση χαμηλών επιπέδων ισταμίνης στον οργανισμό. Γι’ αυτόν τον λόγο αποκλείονται τροφές που είναι πλούσιες σε ισταμίνη ή προκαλούν την απελευθέρωσή της. Είναι σημαντικό η επανεισαγωγή των μη επιτρεπόμενων τροφών να γίνεται πάντα σταδιακά.
Τι πρέπει να αποφεύγεται:
Τι επιτρέπεται:
Η θεραπεία της κνίδωσης στοχεύει στην υποχώρηση των συμπτωμάτων ώστε ο ασθενής να επανέλθει όσο πιο άμεσα στις καθημερινές του συνήθειες. Πρωταρχικό βήμα για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση είναι η αναγνώριση του εκλυτικού παράγοντα, αν αυτό είναι εφικτό, ώστε να μην επαναληφθεί το επεισόδιο κνίδωσης.
Αναλόγως της βαρύτητας και της διάρκειας των συμπτωμάτων της κνίδωσης, επιλέγουμε και την ανάλογη θεραπευτική προσέγγιση.
Τα αντιισταμινικά αποτελούν την θεραπεία πρώτης γραμμής στην κνίδωση.
Ο βασικός τους μηχανισμός είναι η αναστολή της ισταμίνης, δηλαδή του υπεύθυνου παράγοντα για τους πομφούς και το αίσθημα κνησμού. Τα νεότερης γενιάς αντιισταμινικά δεν προκαλούν καταστολή και είναι καλά ανεκτά από τον οργανισμό.
Σε περίπτωση που κρίνεται απαραίτητο μπορεί να ληφθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να επιβαρύνουν τον οργανισμό. Παραδείγματα κοινώς χρησιμοποιούμενων αντιισταμινικών είναι: δεσλοραταδίνη, μπιλαστίνη και η λεβοσετιριζίνη.
Σε περιπτώσεις σοβαρής κνίδωσης ή μη ανταπόκρισης στα αντιισταμινικά μπορεί να δοθεί κορτιζόνη με από του στόματος χορήγηση προκειμένου να υποχωρήσουν γρηγορότερα τα συμπτώματα. Ωστόσο, η χρήση τους πρέπει να είναι βραχυχρόνια προς αποφυγή σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
Η ομαλιζουμάμπη αποτελεί μια από τις πιο σύγχρονες και στοχευμένες θεραπείες για περιπτώσεις χρόνιας αυθόρμητης κνίδωσης που δεν μπορούν να ελεγχθούν με αντιισταμινικά. Πρόκειται για ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που “δεσμεύει” τα ελεύθερα μόρια της IgE ανοσοσφαιρίνης, ώστε τα μόρια αυτά να μην ενεργοποιήσουν τα κύτταρα που ευθύνονται για την έναρξη του μηχανισμού της κνίδωσης. Ο τρόπος χορήγησης της ομαλιζουμάμπης είναι μέσω υποδόριας ένεσης συνήθως μια φορά τον μήνα.
Η εφαρμογή κρέμας στα επεισόδια κνίδωσης αποτελούν υποστηρικτική μόνο θεραπεία στην αντιμετώπισης της κνίδωσης αφού δεν μπορούν να επηρεάσουν τον παθοφυσιολογικό μηχανισμό που την προκαλεί.
Η ενδοφλέβια χορήγηση κορτιζόνης αποτελεί θεραπευτική επιλογή μόνο σε επείγουσες και σοβαρές περιπτώσεις όπως στο ταχέως εξελισσόμενο αγγειοοίδημα ή σε επεισόδιο αναφυλαξίας.
Ωστόσο, και οι δύο αυτές επείγουσες καταστάσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται σε νοσοκομειακό περιβάλλον με θεραπεία πρώτης γραμμής την ενδοφλέβια χορήγηση αδρεναλίνης, που δρα εντός λίγων δευτερολέπτων.
Το αντιφλεγμονώδες αποτέλεσμα στην ενδοφλέβια χορήγηση κορτιζόνης αποτρέπει την εμφάνιση της καθυστερημένης αναφυλακτικής αντίδρασης που μπορεί να συμβεί αρκετές ώρες μετά το αρχικό επεισόδιο σε ορισμένους ασθενείς.