
Home » Αφροδισιολογία » Σύφιλη: Αίτια, συμπτώματα & αντιμετώπιση
Η σύφιλη είναι μια λοιμώδης νόσος που ανήκει στα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ). Έχει μια ιδιαίτερη κλινική πορεία που εξελίσσεται σε διάφορα στάδια αν δεν ληφθεί η κατάλληλη αγωγή, με τα συμπτώματά της να μιμούνται αρκετά νοσήματα.
Υπεύθυνος μικροοργανισμός είναι το Treponema pallidum ή αλλιώς η ωχρά σπειροχαίτη, που εισέρχεται στον οργανισμό μέσω βλεννογόνων ή διαβρώσεων του δέρματος, πολλαπλασιάζεται στο σημείο εισόδου και έπειτα διασπείρεται στον υπόλοιπο οργανισμό μέσω της λεμφικής κυκλοφορίας.
Παρά την ύπαρξη αποτελεσματικής θεραπείας, η σύφιλη παραμένει απειλή για τη δημόσια υγεία καθώς το κοινωνικό στίγμα συνεχίζει να αποτρέπει τους ασθενείς να κάνουν τον απαραίτητο προληπτικό έλεγχο. Η ελλιπής ενημέρωση για τη νόσο σε συνδυασμό με την ύπαρξη της λανθάνουσας φάσης κατά την οποία ο ασθενής είναι ασυμπτωματικός, ενισχύουν ακόμη περισσότερο την εξάπλωσή της.
Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως μεταδοτικό νόσημα, ειδικά στα πρώτα στάδια αφού η σπειροχαίτη μπορεί να διεισδύσει ακόμη και από μια μικρή λύση της συνέχειας του δέρματος ή του βλεννογόνου. Στο εξωτερικό περιβάλλον μπορεί να επιβιώσει μόνο μερικές ώρες.
Η κύρια οδός μετάδοσης είναι μέσω σεξουαλικής επαφής (κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής), με ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό νόσησης, περίπου 50%, μετά από συνεύρεση με άτομο που βρίσκεται στην φάση της πρωτογόνου ή δευτερογόνου σύφιλης και έχει τις χαρακτηριστικές βλάβες που θα αναφερθούν αναλυτικά παρακάτω.
Μπορεί να μην είναι συχνός τρόπος μετάδοσης αλλά είναι πιθανό η σύφιλη να μεταδοθεί μέσω στενής επαφής π.χ. από φιλί στο στόμα, σε περίπτωση που ο ασθενής έχει ενεργές βλάβες. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει οι ασθενείς να ελέγχονται και σε στοματική κοιλότητα και φάρυγγα για αναζήτηση σημείων της νόσου που μπορεί εύκολα να περάσουν απαρατήρητα.
Ονομάζεται η σύφιλη στην οποία προσβάλλεται το έμβρυο μέσω του πλακούντα από έγκυο που πάσχει. Σε προσβολή πριν τον 4ο μήνα, η θεραπεία είναι εξαιρετικά αποτελεσματική και αποτρέπει την εμφάνιση συγγενούς σύφιλης μετά τη γέννηση. Έχει μεγάλη σημασία κάθε έγκυος που διαγιγνώσκεται με σύφιλη να ξεκινάει άμεσα την κατάλληλη θεραπεία ανεξαρτήτως του μήνα κύησης.
Η σύφιλη αποτελείται από 4 κύρια στάδια. Την πρωτογόνο, την δευτερογόνο, την λανθάνουσα (ή αλλιώς ασυμπτωματική) και την τριτογόνο σύφιλη. Το κάθε στάδιο έχει τη δική του χαρακτηριστική κλινική εικόνα και εμφανίζεται συγκεκριμένη χρονική περίοδο από την στιγμή της έκθεσης.
Εμφανίζεται περίπου 20 ημέρες μετά την έκθεση παρουσιάζοντας:
Μερικές εβδομάδες μετά την εμφάνιση του έλκους, σε περίπτωση που δεν ληφθεί θεραπεία, ο ασθενής μεταβαίνει στο στάδιο της δευτερογόνου σύφιλης. Χαρακτηριστικές εκδηλώσεις είναι:
Είναι το τελικό στάδιο της νόσου και εμφανίζεται κάποια στιγμή μετά τα 3 πρώτα χρόνια από τη στιγμή της μόλυνσης, σε ασθενείς που δεν έλαβαν ποτέ θεραπευτική αγωγή. Οι κύριες κλινικές μορφές αφορούν:
Η ασυμπτωματική (ή αλλιώς λανθάνουσα φάση), είναι το χρονικό διάστημα στο οποίο ο ασθενής δεν παρουσιάζει κανένα κλινικό εύρημα που να υποδεικνύει την παρουσία σύφιλης. Ωστώσο, η λοίμωξη παραμένει ενεργή στον οργανισμό και ανιχνεύεται μέσω ειδικού ορολογικού ελέγχου.
Το επικίνδυνο με το συγκεκριμένο στάδιο είναι ότι ο όρος “ασυμπτωματική” μπορεί να είναι παραπλανητικός για τον ασθενή, καθώς η έλλειψη συμπτωμάτων δεν συνεπάγεται την απουσία κινδύνου για μελλοντικές επιπλοκές ή μετάδοση της σύφιλης.
Η έγκαιρη διάγνωση της σύφιλης, και κατ’ επέκταση και της θεραπευτικής αγωγής, έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο για την αποφυγή της περαιτέρω εξέλιξής της στον ίδιο τον ασθενή όσο και για την αποφυγή μετάδοσής της σε άλλα άτομα.
Διαγνωστικός έλεγχος για σύφιλη μπορεί να διενεργηθεί αν συμβαίνει έστω και ένα από τα εξής:
Οι διαγνωστικές εξετάσεις χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Σε αυτές που ανιχνεύουν το Treponema pallidum και σε αυτές που αναζητούν τα αντισώματα που παράγει ο οργανισμός μας έναντι αυτής.
Στην άμεση αναζήτηση της σπειροχαίτης ανήκουν οι εξετάσεις που χρησιμοποιούν δείγμα από βλάβες του δέρματος ή των βλεννογόνων. Οι συχνότερα χρησιμοποιούμενες είναι:
Οι διαγνωστικές εξετάσεις που ανιχνεύουν αντισώματα έναντι της σπειροχαίτης (ή αλλιώς οροαντιδράσεις), χωρίζονται στις μη τρεπονηματικές και στις τρεπονηματικές εξετάσεις. Οι μη τρεπονηματικές ανιχνεύουν αντισώματα έναντι λιπιδικών αντιγόνων και είναι οι:
Το μειονέκτημα των συγκεκριμένων εξετάσεων είναι ότι μπορεί να βγουν ψευδώς θετικές σε περιπτώσεις όπως: αυτονάνοσα, λοιμώδη νοσήματα και εγκυμοσύνη. Στις τρεπονηματικές γίνεται αναζήτηση ειδικών αντισωμάτων έναντι της ωχράς σπειροχαίτης και μπορεί να παραμείνουν θετικές και μετά τη θεραπεία της σύφιλης, γι’ αυτό δεν είναι χρήσιμες για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της θεραπευτικής αγωγής. Σε αυτές ανήκουν οι:
Υπάρχουν διάφορες διαγνωστικές μέθοδοι που μπορούν να θέσουν τη διάγνωση της σύφιλης. Είναι αρκετά χρήσιμο όμως να γνωρίζουμε πότε έχει νόημα να γίνει η καθεμία από αυτές.
Σε ασθενή που θέλει να ελεγχθεί προληπτικά λόγω ύποπτης επαφής και δεν έχει παρουσιάσει κλινική εικόνα συμβατή με εκείνη της σύφιλης μπορεί να γίνει ένα αρχικό screening μέσω αιμοληψίας για VDRL ή RPR. Λόγω της αυξημένης πιθανότητας ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων στις συγκεκριμένες εξετάσεις, σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος θα χρειαστεί περαιτέρω έλεγχος για επιβεβαίωση μέσω των εξετάσεων FTA-Abs ή TPPA/TPHA.
Για ασθενείς που έχουν ορατές κλινικές βλάβες (π.χ. συφιλιδικό έλκος στα γεννητικά όργανα), γίνεται λήψη δείγματος από την βλάβη με στόχο την άμεση αναζήτηση του Treponema pallidum μέσω PCR. Παράλληλα, μπορεί να γίνει αιμοληψία για διενέργεια μη τρεπονηματικών δοκιμασιών που όμως θετικοποιούνται περίπου 2 εβδομάδες μετά την εμφάνιση του έλκους.
Το Treponema Pallidum, που είναι υπεύθυνο για τη σύφιλη, είναι εξαιρετικά ευαίσθητο στην πενικιλλίνη, χωρίς να έχει παρατηρηθεί ανάπτυξη αντοχής στο συγκεκριμένο αντιβιοτικό τις τελευταίες δεκαετίες που χρησιμοποιείται.
Το φάρμακο εκλογής για τη θεραπεία της σύφιλης είναι η βενζαθινική πενικιλλίνη. Η συνιστώμενη δοσολογία και οι μέρες χορήγησης της θεραπείας εξαρτώνται από το στάδιο της νόσου. Σε περίπτωση νευροσύφιλης, προτιμάται η κρυσταλλική πενικιλλίνη G καθώς διέρχεται αποτελεσματικά από τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Σε επιβεβαιωμένη αλλεργία στην πενικιλλίνη, μια από τις χρησιμοποιούμενες εναλλακτικές είναι η δοξυκυκλίνη.
Αναλόγως του σταδίου της σύφιλης στο οποίο βρίσκεται ο ασθενής όταν πρόκειται να ξεκινήσει τη θεραπεία δίνεται και το κατάλληλο θεραπευτικό σχήμα. Στα πρώτα στάδια γίνεται μια εφάπαξ ενδομυϊκή χορήγηση της βενζαθινικής πενικιλλίνης ενώ στην τριτογόνο σύφιλη η ενδομυϊκή χορήγηση του φαρμάκου γίνεται 1 φορά την εβδομάδα για συνολικά 3 εβδομάδες. Στην νευροσύφιλη απαιτείται ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου για 10-14 ημέρες.
Για να θεωρηθεί επιτυχής η θεραπείας της σύφιλης δεν αρκεί η ολοκλήρωση της φαρμακευτικής αγωγής αλλά απαιτείται και η αντίστοιχη εργαστηριακή επιβεβαίωση. Η αξιολόγηση γίνεται μέσω του τίτλου αντισωμάτων των μη τρεπονηματικών εξετάσεων (VDRL, RPR), με την αγωγή να θεωρείται αποτελεσματική όταν ο τίτλος των αντισωμάτων έχει τετραπλάσια πτώση από την αρχική τιμή. Η πτώση αυτή μπορεί πρέπει να παρατηρηθεί εντός 12 μηνών για την πρωτογόνο και δευτερογόνο σύφιλη και 24 μηνών για την τριτογόνο σύφιλη.
Στην θεραπευτική αντιμετώπιση της σύφιλης ο ερωτικός σύντροφος του ασθενούς παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο. Σε περίπτωση μόλυνσης του συντρόφου υπάρχει κίνδυνος είτε να επαναμολύνει τον ασθενή που λαμβάνει θεραπεία είτε να μεταδώσει τη σύφιλη σε άλλα υγιή άτομα.
Σε περίπτωση που έχει υπάρξει επαφή με ασθενή που πάσχει με σύφιλη εντός των τελευταίων 3 μηνών τότε ο σεξουαλικός σύντροφος πρέπει να λάβει “τυφλά” την βενζαθινική πενικιλλίνη. Ο στόχος είναι να εξουδετερωθεί η νόσος στη φάση της επώασης πριν προλάβει ακόμη ο σύντροφος να εμφανίσει βλάβες και να είναι και ο ίδιος μεταδοτικός. Αν η σεξουαλική επαφή συνέβη σε διάστημα μεγαλύτερο των 3 μηνών τότε γίνεται πρώτα εργαστηριακός έλεγχος και δίνεται θεραπεία στην περίπτωση θετικού αποτελέσματος.
Πέραν των πληροφοριών για την κλινική εικόνα, τη διάγνωση και τη θεραπεία της σύφιλης, είναι εξίσου σημαντικό να γνωρίζουμε πως μπορούμε να προστατευτούμε από τη νόσο με ασφάλεια.
Αρχικά πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι το προφυλακτικό δεν προστατεύει 100% από τη μετάδοση της σύφιλης καθώς η μετάδοση μπορεί να γίνει και μέσω άμεσης επαφής από βλάβες του δέρματος εκτός των γεννητικών οργάνων. Ωστώσο το προφυλακτικό μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο και είναι απαραίτητο με ερωτικό σύντροφο που δεν γνωρίζουμε αν έχει ελεγχθεί εργαστηριακά για ΣΜΝ. Επιπλέον, ο περιορισμός της συχνής αλλαγής ερωτικών συντρόφων και η αποφυγή επαφής με άτομα που έχουν ύποπτες βλάβες στο στόμα ή στα γεννητικά όργανα είναι δύο σημαντικά μέτρα προστασίας από τη σύφιλη.
Συχνό αίτιο επαναμόλυνσης ή διασποράς της νόσου είναι η γρήγορη επιστροφή στην σεξουαλική δραστηριότητα. Για να είναι ασφαλής η σεξουαλική επαφή πρέπει να έχουν περάσει 7-10 ημέρες από το τέλος της θεραπευτικής αγωγής (είτε αυτή ήταν η εφάπαξ ένεση είτε το σχήμα των 3 εβδομάδων), και να έχουν επουλωθεί πλήρως όλες οι δερματικές βλάβες. Το ίδιο ισχύει και για τον ερωτικό σύντροφο του ασθενούς ακόμη και αν έλαβε “τυφλή” θεραπεία ή ήταν ασυμπτωματικός.
Στη σύφιλη υπάρχει ένα στάδιο που ο ασθενής είναι ασυμπτωματικός αλλά η νόσος συνεχίζει να εξαπλώνεται τόσο στον ίδιο όσο και σε άλλα υγιή άτομα που έρχεται σε επαφή. Ο τακτικός έλεγχος για τη σύφιλη και τα υπόλοιπα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα επιτρέπει την έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία προτού δημιουργηθούν μη αναστρέψιμες επιπλοκές.
Η ύπαρξη συφιλιδικού έλκους αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα νόσησης και μετάδοσης HIV ή άλλων ιών που μεταδίδονται μέσω του αίματος ή των εκκρίσεων, καθώς η ανοιχτή πληγή που δημιουργείται στην πρωτογόνο σύφιλη αποτελεί πύλη εισόδου και εξόδου. Επίσης, ο έλεγχος για άλλα ΣΜΝ (HIV, HBV, HCV, χλαμύδια, γονόρροια) είναι εξίσου σημαντικός αφού ο τρόπος μετάδοσής τους είναι κοινός και σε ορισμένα από αυτά τα νοσήματα ο ασθενής είναι ασυμπτωματικός στα πρώτα τους στάδια.
Η σύφιλη όπως και κάθε σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα απαιτούν ιδιαίτερη διαχείριση και σεβασμό στην ιδιωτικότητά σας. Η έγκαιρη διάγνωση της σύφιλης προλαμβάνει σοβαρές επιπλοκές και διασφαλίζει τη δική σας υγεία αλλά και των συντρόφων σας. Αν υποψιάζεστε έκθεση στη νόσο ή παρατηρήσετε οποιοδήποτε σύμπτωμα, μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για έναν έγκυρο και ασφαλή έλεγχο.