Chlamydia trachomatis, an obligate intracellular human pathogen, is one of four bacterial species in the genus Chlamydia. 3D illustration SSUCv3H4sIAAAAAAAEAJ2R3W6EIBCF75v0HQzXmmhRkb7Kphf8zNrJsrIB3KbZ+O4F1ITrhhvONxyYM7ze36qKSOFRkc/qlVTUaMzqgxMB7RJxWx8cNAbrUJgEE9tyhfggwurBpysOpESAOZ7d4eE/37nsujoLuRgdsURIXTC/ysxOtNX/du6brzOKmGFRv7nhIogDA2IPctmPkttPAHcvoz1Rgy20WDXaIuXTKmGSgRY3PxwqXObCZsM3uHJiceT2XoDFhtzJEYzoONIkOxoX55Sysev6dpwmcn6DVTfUZa+os6MFqZi6Nq1g16bnA2tkL1kzfAwwcTpw3Y5xUtsfdGyjZQ4CAAA=

Χλαμύδια : Αίτια, συμπτώματα, αντιμετώπιση

Τί είναι τα χλαμύδια;

Τα χλαμύδια είναι ένα από τα συχνότερα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ) και οφείλονται στο βακτήριο Chlamydia trachomatis. Τα άτομα που προσβάλλονται μπορεί για μεγάλο διάστημα να μην γνωρίζουν ότι είναι φορείς του νοσήματος γιατί δεν έχουν εκδηλώσει ακόμη συμπτώματα. 

Αυτός είναι και ο λόγος που κάνει αρκετά δύσκολο τον προσδιορισμό της συχνότητας του νοσήματος. Το συγκεκριμένο φαίνεται και από το γεγονός ότι στη χώρα μας υπάρχει μια τεράστια δυσαναλογία στον αριθμό των ατόμων που κάνουν εργαστηριακές εξετάσεις για την αναζήτηση πιθανού ΣΜΝ και στον αριθμό των ατόμων που όντως δηλώνονται ότι πάσχουν. 

Στην Ελλάδα, οι ηλιακές ομάδες που “κινδυνεύουν” περισσότερο από χλαμύδια είναι οι ενήλικες 25-34 ετών και μετά η ηλιακή ομάδα των νέων 15-24 ετών. Είναι επιτακτικής σημασίας η σωστή και έγκυρη ενημέρωση στους νέους καθώς και ο προληπτικός έλεγχος σε ομάδες υψηλού κινδύνου. 

Ποιά είναι τα αίτια των χλαμυδίων;

 

Το βακτήριο Chlamydia trachomatis είναι ένα ενδοκυττάριο παράσιτο, που σημαίνει ότι μπορεί να επιβιώσει και να πολλαπλασιαστεί μόνο εντός των κυττάρων του ατόμου που προσβάλλει. Μολύνει τα κύτταρα βλεννογόνων σε περιοχές όπως ο τράχηλος, ο πρωκτός, η ουρήθρα, ο επιπεφυκότας του ματιού και ο φάρυγγας.

Ορισμένοι παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν την πιθανότητα λοίμωξης είναι οι εξής:

  • Συχνή εναλλαγή σεξουαλικών συντρόφων
  • Μη χρήση προφυλακτικού ή μη σωστή εφαρμογή του 
  • Προηγούμενο ιστορικό νόσησης από ΣΜΝ 
  • Νεαρή ηλικία (σεξουαλικώς πιο ενεργά άτομα σε συνδυασμό με πιο ευάλωτο επιθήλιο στο πιο εκτεθειμένο τμήμα του τραχήλου της μήτρας) 

 

Πώς μεταδίδονται τα χλαμύδια;

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς μετάδοσης των χλαμυδίων ώστε να να μειώσουμε σημαντικά την εξάπλωσή τους στον γενικό πληθυσμό αυξάνοντας την πρόληψη.  

  • Σεξουαλική επαφή: είναι ο βασικός τρόπος μετάδοσης, μέσω κολπικής – πρωκτικής – στοματογεννητικής οδού, ακόμη και με απλή επαφή του μολυσμένου βλεννογόνου
  • Επαφή μέσω των χεριών: η μόνη περίπτωση στην οποία μπορούν να μεταδώσουν το νόσημα είναι αν τα χέρια αγγίξουν περιοχή που έχει προσβληθεί (π.χ. γεννητικών οργάνων) και αμέσω μετά αγγίξουν τα μάτια προκαλώντας χλαμυδιακή επιπεφυκίτιδα.
  • Κάθετη μετάδοση: από τη μητέρα στο νεογνό κατά τον φυσιολογικό τοκετό, προκαλώντας στο νεογνό λοίμωξη στους πνεύμονες ή στα μάτια.
  • Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα χλαμύδια ΔΕΝ μεταδίδονται με: χειραψία, φιλί στο μάγουλο, τουαλέτες ή κοινή χρήση πετσέτας/ποτηριού καθώς το βακτήριο δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς τα κύτταρα του βλεννογόνου του ξενιστή του.

 

Πώς εντοπίζονται τα χλαμύδια;

Εξετάσεις για χλαμύδια πρέπει να γίνονται σε όλα τα άτομα με συμπτώματα συμβατά με το νόσημα καθώς και σε ομάδες υψηλού κινδύνου να γίνεται έλεγχος ανά τακτά χρονικά διαστήματα. 

  • Μοριακός έλεγχος PCR σε δείγμα από ούρα, κόλπο, τράχηλο μήτρας, πρωκτό ή φάρυγγα: η πιο ευαίσθητη και ειδική μέθοδος για την ανίχνευση των χλαμυδίων. Συνήθως προτιμάται το δείγμα ούρων από γυναίκες και άνδρες καθώς είναι το λιγότερο παρεμβατικό και το ευκολότερο στη συλλογή του.
  • Test-Pap: σχετίζεται μόνο με τη διάγνωση προκαρκινικών ή καρκινικών βλαβών από τον ιό HPV. Παρόλα αυτά, κατά τη λήψη αυτού του δείγματος μπορεί να σταλεί έλεγχος και για χλαμύδια είτε να ληφθεί ένα ακόμη δείγμα για να σταλεί για έλεγχο μέσω PCR.
  • Εξετάσεις αίματος: ανιχνεύοντας αντισώματα IgM και IgG. Βασικά μειονεκτήματα της εξέτασης αυτής είναι ότι δεν μπορεί να διακρίνει μια ενεργή λοίμωξη από μια παρελθούσα θεραπευμένη και δεν μπορεί να εντοπίσει την εστία μόλυνσης.
  • Οπτική εξέταση με σχισμοειδή λυχνία : υπάρχουν συγκεκριμένα κλινικά σημεία (ύπαρξη θυλακίων, οίδημα, εκκρίσεις κ.α.) που όμως δεν είναι ειδικά για την λοίμωξη από χλαμύδια. Για να τεθεί η διάγνωση, λαμβάνεται δείγμα από τον επιπεφυκότα για να γίνει μοριακός έλεγχος PCR. 
  •  

Πότε εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα;

Ο χρόνος επώασης είναι συνήθως 1–3 εβδομάδες μετά την επαφή με άτομο που έχει χλαμύδια. Παρόλα αυτά, τα συμπτώματα μπορεί να καθυστερήσουν αρκετό καιρό να εμφανιστούν. 

  • Γυναίκες και άνδρες, σε ποσοστό άνω του 50%, δεν θα παρουσιάσουν συμπτώματα όταν προσβληθούν. Συγκεκριμένα στις γυναίκες, μπορεί να εμφανιστούν μετά από μήνες, κάνοντας ακόμη δυσκολότερη τη διαδικασία της διάγνωσης.
  • Επειδή είναι τόσο συχνό να υπάρχουν ασυμπτωματικοί φορείς της νόσου, έχει μεγάλη σημασία να γίνεται προληπτικός έλεγχος με στόχο την διακοπή της αλυσίδας μετάδοσης και της έγκαιρης αντιμετώπισης των ατόμων που πάσχουν.
  • Σε περίπτωση επιβεβαίωσης χλαμυδιακής λοίμωξης, πρέπει να ενημερωθούν όλοι οι σύντροφοι των 2 τελευταίων μηνών για να εξεταστούν και να λάβουν θεραπεία σε περίπτωση νόσησης.  

 

Συμπτώματα χλαμυδιακής λοίμωξης

Τα συχνότερα συμπτώματα στις γυναίκες

Οι γυναίκες που έχουν χλαμυδιακή λοίμωξη, μπορούν να εμφανίσουν τα παρακάτω συμπτώματα:

  • Αίσθημα καύσου στην ούρηση
  • Πόνος ή ενόχληση χαμηλά στην κοιλιά
  • Πόνος κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής 
  • Αιμορραγία μετά την σεξουαλική επαφή 
  • Αιμορραγία μεταξύ των κύκλων στις έμμηνες ρύσεις ή εντονότερες αιμορραγίες κατά τη διάρκεια αυτών

 

Τα συχνότερα συμπτώματα στους άνδρες

Τα συχνότερα συμπτώματα μετά από λοίμωξη από χλαμύδια στους άνδρες είναι τα εξής: 

  • Έκκριμα από την ουρήθρα
  • Κνησμός ή ερεθισμός γύρω από την ουρήθρα 
  • Πόνος ή ενόχληση στους όρχεις
  • Αίσθημα καύσου κατά την ούρηση

 

Πως συσχετίζονται τα χλαμύδια με την εγκυμοσύνη

Η εγκυμοσύνη είναι από μόνη της μια ιδιαίτερη και διαφορετική περίοδος για το σώμα μιας γυναίκας. Η λοίμωξη με χλαμύδια κατά την περίοδο αυτή μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες τόσο για την έγκυο όσο και για το νεογνό. Μερικές από τις πιθανές επιπλοκές είναι:

  • Πρόωρος τοκετός
  • Χαμηλότερο βάρος γέννησης του νεογνού
  • Έκτοπη κύηση (δηλαδή κύηση εκτός μήτρας)
  • Λοίμωξη του ενδομητρίου μετά τον τοκετό

Στα νεογνά, τα χλαμύδια μεταδίδονται μέσω του φυσιολογικού τοκετού, κάτι που ονομάζεται κάθετη μετάδοση. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει κίνδυνος το νεογνό να εμφανίσει:

  • Πνευμονία, αρκετές εβδομάδες ή μήνες μετά την γέννηση
  • Επιπεφυκίτιδα, δηλαδή λοίμωξη στους οφθαλμούς, 1-2 εβδομάδες μετά τη γέννηση

Συστήνεται όλες οι έγκυες να ελέγχονται για χλαμυδιακή λοίμωξη κατά τον προγεννητικό έλεγχο στην αρχή της εγκυμοσύνης. Σε περίπτωση εγκύου κάτω των 25 ετών ή που ανήκει σε υψηλή ομάδα κινδύνου πρέπει να γίνεται επανέλεγχος και στον 3ο τρίμηνο της κύησης. 

Αντιμετωπίστε τα χλαμύδια με την σωστή θεραπεία

Η θεραπεία για τα χλαμύδια γίνεται μέσω χορήγησης αντιβιοτικών. Η αγωγή είναι απλή και αποτελεσματική αρκεί να γίνει σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες και να δοθεί και η απαιτούμενη προσοχή στον επανέλεγχο και στην συμμόρφωση τόσο του ίδιου του ασθενούς όσο και των ερωτικών του συντρόφων. 

  • Δοξυκυκλίνη: είναι το φάρμακο εκλογής, σε δόση 100 mg, δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες
  • Αζιθρομυκίνη: σε εφάπαξ δόση 1 gr, επιτυγχάνοντας αυξημένο ποσοστό συμμόρφωσης του ασθενούς. Είναι ασφαλής επιλογή και κατά την κύηση (σε αντίθεση με την δοξυκυκλίνη που αντενδείκνυται)    

 

Είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι ο επανέλεγχος δεν πρέπει να γίνει νωρίτερα από τους 3 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας. Η διάγνωση μέσω PCR είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και μπορεί να δώσει ψευδώς θετικό αποτέλεσμα αν γίνει σχετικά άμεσα από την θεραπεία.

Ένας ακόμη παράγοντας που θέλει ιδιαίτερη προσοχή είναι η ενημέρωση του ερωτικού συντρόφου ώστε να ελεγχθεί και να λάβει και ο ίδιος αγωγή. Σε περίπτωση που αυτό δεν γίνει υπάρχει κίνδυνος επαναμόλυνσης του ατόμου που μόλις έλαβε την θεραπεία. Χρειάζεται αποφυγή από σεξουαλικές επαφές για 7 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, είτε είναι το σχήμα με την επταήμερη είτε με την εφάπαξ δόση. 

Σε περίπτωση που δεν αντιμετωπιστεί σωστά η χλαμυδιακή λοίμωξη μπορεί να επηρεάσει την γονιμότητα και στα δύο φύλα ή να προκαλέσει άλλες επιπλοκές όπως η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου στις γυναίκες και η επιδιδυμίτιδα στους άνδρες.