
Home » Αφροδισιολογία » Χλαμύδια : Aίτια, συμπτώματα, αντιμετώπιση
Τα χλαμύδια είναι ένα από τα συχνότερα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ) και οφείλονται στο βακτήριο Chlamydia trachomatis. Τα άτομα που προσβάλλονται μπορεί για μεγάλο διάστημα να μην γνωρίζουν ότι είναι φορείς του νοσήματος γιατί δεν έχουν εκδηλώσει ακόμη συμπτώματα.
Αυτός είναι και ο λόγος που κάνει αρκετά δύσκολο τον προσδιορισμό της συχνότητας του νοσήματος. Το συγκεκριμένο φαίνεται και από το γεγονός ότι στη χώρα μας υπάρχει μια τεράστια δυσαναλογία στον αριθμό των ατόμων που κάνουν εργαστηριακές εξετάσεις για την αναζήτηση πιθανού ΣΜΝ και στον αριθμό των ατόμων που όντως δηλώνονται ότι πάσχουν.
Στην Ελλάδα, οι ηλιακές ομάδες που “κινδυνεύουν” περισσότερο από χλαμύδια είναι οι ενήλικες 25-34 ετών και μετά η ηλιακή ομάδα των νέων 15-24 ετών. Είναι επιτακτικής σημασίας η σωστή και έγκυρη ενημέρωση στους νέους καθώς και ο προληπτικός έλεγχος σε ομάδες υψηλού κινδύνου.
Το βακτήριο Chlamydia trachomatis είναι ένα ενδοκυττάριο παράσιτο, που σημαίνει ότι μπορεί να επιβιώσει και να πολλαπλασιαστεί μόνο εντός των κυττάρων του ατόμου που προσβάλλει. Μολύνει τα κύτταρα βλεννογόνων σε περιοχές όπως ο τράχηλος, ο πρωκτός, η ουρήθρα, ο επιπεφυκότας του ματιού και ο φάρυγγας.
Ορισμένοι παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν την πιθανότητα λοίμωξης είναι οι εξής:
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς μετάδοσης των χλαμυδίων ώστε να να μειώσουμε σημαντικά την εξάπλωσή τους στον γενικό πληθυσμό αυξάνοντας την πρόληψη.
Εξετάσεις για χλαμύδια πρέπει να γίνονται σε όλα τα άτομα με συμπτώματα συμβατά με το νόσημα καθώς και σε ομάδες υψηλού κινδύνου να γίνεται έλεγχος ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Ο χρόνος επώασης είναι συνήθως 1–3 εβδομάδες μετά την επαφή με άτομο που έχει χλαμύδια. Παρόλα αυτά, τα συμπτώματα μπορεί να καθυστερήσουν αρκετό καιρό να εμφανιστούν.
Οι γυναίκες που έχουν χλαμυδιακή λοίμωξη, μπορούν να εμφανίσουν τα παρακάτω συμπτώματα:
Τα συχνότερα συμπτώματα μετά από λοίμωξη από χλαμύδια στους άνδρες είναι τα εξής:
Η εγκυμοσύνη είναι από μόνη της μια ιδιαίτερη και διαφορετική περίοδος για το σώμα μιας γυναίκας. Η λοίμωξη με χλαμύδια κατά την περίοδο αυτή μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες τόσο για την έγκυο όσο και για το νεογνό. Μερικές από τις πιθανές επιπλοκές είναι:
Στα νεογνά, τα χλαμύδια μεταδίδονται μέσω του φυσιολογικού τοκετού, κάτι που ονομάζεται κάθετη μετάδοση. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει κίνδυνος το νεογνό να εμφανίσει:
Συστήνεται όλες οι έγκυες να ελέγχονται για χλαμυδιακή λοίμωξη κατά τον προγεννητικό έλεγχο στην αρχή της εγκυμοσύνης. Σε περίπτωση εγκύου κάτω των 25 ετών ή που ανήκει σε υψηλή ομάδα κινδύνου πρέπει να γίνεται επανέλεγχος και στον 3ο τρίμηνο της κύησης.
Η θεραπεία για τα χλαμύδια γίνεται μέσω χορήγησης αντιβιοτικών. Η αγωγή είναι απλή και αποτελεσματική αρκεί να γίνει σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες και να δοθεί και η απαιτούμενη προσοχή στον επανέλεγχο και στην συμμόρφωση τόσο του ίδιου του ασθενούς όσο και των ερωτικών του συντρόφων.
Είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι ο επανέλεγχος δεν πρέπει να γίνει νωρίτερα από τους 3 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας. Η διάγνωση μέσω PCR είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και μπορεί να δώσει ψευδώς θετικό αποτέλεσμα αν γίνει σχετικά άμεσα από την θεραπεία.
Ένας ακόμη παράγοντας που θέλει ιδιαίτερη προσοχή είναι η ενημέρωση του ερωτικού συντρόφου ώστε να ελεγχθεί και να λάβει και ο ίδιος αγωγή. Σε περίπτωση που αυτό δεν γίνει υπάρχει κίνδυνος επαναμόλυνσης του ατόμου που μόλις έλαβε την θεραπεία. Χρειάζεται αποφυγή από σεξουαλικές επαφές για 7 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, είτε είναι το σχήμα με την επταήμερη είτε με την εφάπαξ δόση.
Σε περίπτωση που δεν αντιμετωπιστεί σωστά η χλαμυδιακή λοίμωξη μπορεί να επηρεάσει την γονιμότητα και στα δύο φύλα ή να προκαλέσει άλλες επιπλοκές όπως η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου στις γυναίκες και η επιδιδυμίτιδα στους άνδρες.